Nam
Sibyllam quidem Cumis ego ipse oculis meis vidi in ampulla pendere, et cum illi
pueri dicerent: Σίβυλλα
τί
θέλεις; respondebat illa: ἀποθανεῖν
θέλω.
For Ezra Pound
il miglior fabbro
Nam
Sibyllam quidem Cumis ego ipse oculis meis vidi in ampulla pendere, et cum illi
pueri dicerent: Σίβυλλα
τί
θέλεις; respondebat illa: ἀποθανεῖν
θέλω.
For Ezra Pound
il miglior fabbro
Με αυτούς τους στοίχους από το Σατυρικόν του Πετρόνιου Τίτου (60 μΧ) και την αφιέρωση στον προσωπικό του φίλο Ezra Pound, ο Thomas Stearns Eliot επιλέγει να ξεκινήσει το κατά κοινή ομολογία σημαντικότερο ποίημα του προηγούμενου αιώνα. Την Έρημη Χώρα.
Κι είναι ενδεικτικό του πνεύματος που διατρέχει το συνολικό ποίημα, από το οποίο σε αυτή την ανάρτηση θα εστιάσουμε στο πρώτο μέρος με τίτλο "Η ταφή των νεκρών".
Βεβαίως όσο μακάβρια κι αν ηχεί, πρέπει να γίνει σαφές ότι ο τίτλος του αποσπάσματος δεν είναι κυριολεκτικός. Το ποίημα εκδόθηκε το 1922, τρία χρόνια μετά την την πρώτη έκδοση του πονήματος του Άγγλου φιλοσόφου Oswald Spengler με τίτλο Η Παρακμή της Δύσης (σσ:Σύμπτωση;). Η Ευρώπη έχει αρχίσει ήδη να βιώνει τις συνέπειες τις νεοτερικότητας που είχε ως προμετωπίδα την ικανοποίηση ενός εγωτικού ατομοκεντρισμού. Η ευρωπαϊκή διανόηση ασκεί κριτική. Ωστόσο τα συντρίμμια ενός μεγάλου πολέμου που προηγήθηκε κι ενός ακόμα μεγαλύτερου που ακολούθησε, κάλυψαν για μεγάλο χρονικό διάστημα την αγωνία των ευρωπαϊκών λαών προς αναζήτηση της ταυτότητάς τους. Ποιος να φανταζόταν ότι σχεδόν έναν αιώνα μετά, θα βρισκόταν στα σπάργανα ένα πανευρωπαϊκό -αν όχι παγκόσμιο- ταυτοτικό κίνημα, ενώ η παγκοσμιοποιημένη πλέον νεοτερικότητα θα εξαπέλυε την τελική της επίθεση ενάντια σε κάθε μορφή συλλογικής ταυτότητας.
Η ταφή των νεκρών, θέτει το ιδεολογικό πλαίσιο ώστε να κατανοηθεί καλύτερα το σύνολο του ποιήματος.Αναφέρεται στην επίδραση που έχει ο μοντέρνος τρόπος ζωής στην ψυχή του ανθρώπου.
Η κεντρική ιδέα της Έρημης Χώρας, είναι η αποσύνδεση των υποκειμένων με τα πράγματα αυτά που μας κάνουν να είμαστε αυθεντικά άνθρωποι. O Eliot εστιάζει χαρακτηριστικά στην απώλεια ουσιαστικής επικοινωνίας, την ανικανότητα θεσμοθέτησης αξιακών συστημάτων που θα υπηρετούν την ψυχή του ανθρώπου και την έλλειψη θάρρους που απαιτείται για την επίλυση των καθημερινών προβλημάτων. Εν τέλει, μια κοινωνία που δεν μπορεί να επικοινωνήσει ουσιαστικά, τι πιθανότητες έχει να αναπτύξει ηθικές αξίες και να τις περάσει στις επόμενες γενιές;
Με άλλα λόγια, ο σημερινός άνθρωπος που ζυγίζει τα πάντα με κριτήρια χρείας και κέρδους, είναι "νεκρός" υπό το πρίσμα παραδοσιακών αξιών όπως το θάρρος, η αλήθεια και τελικά η κοινότητα.
Συμπερασματικά, αυτά που εμείς σήμερα ως άνθρωποι της νεοτερικότητας θεωρούμε κοινονικές σχέσεις και κοινονικές δραστηριότητες, στα μάτια του Eliot δεν είναι τίποτα άλλο απο μια μαζική ταφή νεκρών ψυχών.
Έρημη Χώρα. μέρος Πρώτο: Η Ταφή Των Νεκρών
(Μετάγραση. Γ. Σεφέρης)
Ο Απρίλης είναι ο
μήνας ο σκληρός, γεννώντας
Θύμηση κι
επιθυμία, ταράζοντας
Με τη βροχή της
άνοιξης ρίζες οκνές.
Ο χειμώνας μας
ζέσταινε, σκεπάζοντας
Τη γη με το χιόνι
της λησμονιάς, θρέφοντας
Λίγη ζωή μ’
απόξερους βολβούς.
Το καλοκαίρι μας
ξάφνισε καθώς ήρθε πάνω απ’ το Σταρνμπέργκερζε
Με μια μπόρα·
σταματήσαμε στις κολόνες,
Και προχωρήσαμε
στη λιακάδα, ως το Χόφγκαρτεν,
Κι ήπιαμε καφέ,
και κουβεντιάσαμε καμιάν ώρα.
Bin gar keine Russin, stamm’ aus Litauen, echt deutsch.
Και σαν ήμασταν
παιδιά, μέναμε στου αρχιδούκα,
Του ξαδέρφου μου,
με πήρε με το έλκηθρο,
Και τρόμαξα. Κι
έλεγε, Μαρία,
Μαρία, κρατήσου
δυνατά. Και πήραμε την
κατηφόρα.
Εκεί νιώθεις
ελευθερία, στα βουνά.
Διαβάζω, σχεδόν
όλη νύχτα, και πηγαίνω το χειμώνα στο νότο.
Ποιες ρίζες
απλώνονται γρυπές, ποιοι κλώνοι δυναμώνουν
Μέσα στα πέτρινα
τούτα σαρίδια; Γιε του ανθρώπου,
Να πεις ή να
μαντέψεις, δεν μπορείς, γιατί γνωρίζεις μόνο
Μια στοίβα
σπασμένες εικόνες, όπου χτυπάει ο ήλιος,
Και δε σου δίνει
σκέπη το πεθαμένο δέντρο, κι ο γρύλος ανακούφιση,
Κι η στεγνή πέτρα
ήχο νερού. Μόνο
Έχει σκιά στον
κόκκινο τούτο βράχο,
(Έλα κάτω απ’ τον
ίσκιο του κόκκινου βράχου),
Και θα σου δείξω
κάτι διαφορετικό
Κι από τον ίσκιο
σου το πρωί που δρασκελάει ξοπίσω σου
Κι από τον ίσκιο
σου το βράδυ που ορθώνεται να σ’ ανταμώσει
Μέσα σε μια
φούχτα σκόνη θα σου δείξω το φόβο.
Frisch weht der Wind
Der Heimat zu,
Mein Irisch Kind
Wo weilest du?
«Μου χάρισες
γυάκινθους πρώτη φορά πριν ένα χρόνο·
Μ’ έλεγαν η γυακίνθινη κοπέλα».
—Όμως όταν
γυρίσαμε απ’ τον κήπο των Γυακίνθων,
Ήταν αργά, γεμάτη
η αγκάλη σου, και τα μαλλιά σου υγρά, δεν μπορούσα
Να μιλήσω,
θολώσανε τα μάτια μου, δεν ήμουν
Ζωντανός μήτε
πεθαμένος, και δεν ήξερα τίποτε,
Κοιτάζοντας στην
καρδιά του φωτός, τη σιωπή.
Oed’und leer das Meer.
Η κυρία
Σόζοστρις, διάσημη χαρτομάντισσα,
Ήταν πολύ
κρυολογημένη, μολαταύτα
Λένε πως είναι η
πιο σοφή γυναίκα της Ευρώπης,
Με μια
διαβολεμένη τράπουλα. Εδώ, είπε,
Είν’ το χαρτί
σας, ο πνιγμένος Φοίνικας Θαλασσινός,
(Να, τα
μαργαριτάρια, τα μάτια του. Κοιτάχτε!)
Εδώ ’ναι η
Μπελλαντόνα, η Δέσποινα των Βράχων,
Η δέσποινα των καταστάσεων.
Εδώ ’ναι ο
άνθρωπος με τα τρία μπαστούνια, κι εδώ ο Τροχός,
Κι εδώ ο
μονόφθαλμος έμπορας, και τούτο το χαρτί,
Τα’ αδειανό, κάτι
που σηκώνει στον ώμο,
Που ’ναι
απαγορεμένο να το δω. Δε βρίσκω
Τον Κρεμασμένο.
Να φοβάστε τον πνιγμό.
Βλέπω πλήθος λαό,
να περπατά ένα γύρο.
Ευχαριστώ. Α
δείτε την αγαπητή μου Κυρίαν Ισοψάλτου,
Πείτε της πως θα
φέρνω τ’ ωροσκόπιο μοναχή μου:
Πρέπει να
φυλαγόμαστε πολύ στον καιρό μας.
Ανύπαρχτη
Πολιτεία,
Μέσα στην καστανή
καταχνιά μιας χειμωνιάτικης αυγής,
Χύνουνταν στο
Γιοφύρι της Λόντρας ένα πλήθος, τόσοι πολλοί,
Δεν το ’χα
σκεφτεί πως ο θάνατος είχε ξεκάνει τόσους πολλούς.
Μικροί και
σπάνιοι στεναγμοί αναδινόντουσαν,
Και κάρφωνε ο
καθένας μπρος στα πόδια του τα μάτια.
Χύνουνταν πέρα
στο ύψωμα και κάτω στο Κίνγκ Ουίλλιαμ Στρήτ,
Εκεί που η
Παναγία Γούλνοθ μέτραε τις ώρες
Με ήχο νεκρό στο
στερνό χτύπημα των εννιά.
Εκεί είδα έναν
που γνώριζα, και τον σταμάτησα, φωνάζοντας: «Στέτσον!
Συ που ήσουνα
μαζί μου στις Μύλες με τα καράβια !
Κείνο το λείψανο
που φύτεψες στον κήπο σου τον άλλο χρόνο,
Άρχισε να
βλασταίνει; Πες μου, θ’ ανθίσει εφέτο;
Ή μήπως η ξαφνική
παγωνιά πείραξε τη βραγιά του;
Ω κράτα μακριά το
Σκυλί τον αγαπάει. τον άνθρωπο,
Τι με τα νύχια
του θα το ξεχώσει πάλι !
Συ ! hypocrite lecteur ! – mon semblable, - mon frère ! »
The Waste Land part 1. The Burial Of The Dead
April is the
cruellest month, breeding
Lilacs out of
the dead land, mixing
Memory and
desire, stirring
Dull roots with
spring rain.
Winter kept us
warm, covering
Earth in
forgetful snow, feeding
A little life
with dried tubers.
Summer surprised
us, coming over the Starnbergersee
With a shower of
rain; we stopped in the colonnade,
And went on in
sunlight, into the Hofgarten,
And drank
coffee, and talked for an hour.
Bin gar keine
Russin, stamm’ aus Litauen, echt deutsch.
And when we were
children, staying at the arch-duke’s,
My cousin’s, he
took me out on a sled,
And I was
frightened. He said, Marie,
Marie, hold on
tight. And down we went.
In the
mountains, there you feel free.
I read, much of
the night, and go south in the winter.
What are
the roots that clutch, what branches grow
Out of this
stony rubbish? Son of man,
You cannot say,
or guess, for you know only
A heap of broken
images, where the sun beats,
And the dead
tree gives no shelter, the cricket no relief,
And the dry
stone no sound of water. Only
There is shadow
under this red rock,
(Come in under
the shadow of this red rock),
And I will show
you something different from either
Your shadow at
morning striding behind you
Or your shadow
at evening rising to meet you;
I will show you
fear in a handful of dust.
Frisch weht der Wind
Der
Heimat zu
Mein
Irisch Kind,
Wo
weilest du?
“You gave me
hyacinths first a year ago;
“They called me
the hyacinth girl.”
—Yet when we
came back, late, from the Hyacinth garden,
Your arms full,
and your hair wet, I could not
Speak, and my
eyes failed, I was neither
Living nor dead,
and I knew nothing,
Looking into the
heart of light, the silence.
Oed’ und leer
das Meer.
Madame
Sosostris, famous clairvoyante,
Had a bad cold,
nevertheless
Is known to be
the wisest woman in Europe,
With a wicked
pack of cards. Here, said she,
Is your card,
the drowned Phoenician Sailor,
(Those are
pearls that were his eyes. Look!)
Here is
Belladonna, the Lady of the Rocks,
The lady of
situations.
Here is the man
with three staves, and here the Wheel,
And here is the
one-eyed merchant, and this card,
Which is blank,
is something he carries on his back,
Which I am
forbidden to see. I do not find
The Hanged Man.
Fear death by water.
I see crowds of
people, walking round in a ring.
Thank you. If
you see dear Mrs. Equitone,
Tell her I bring
the horoscope myself:
One must be so
careful these days.
Unreal
City,
Under the brown
fog of a winter dawn,
A crowd flowed
over London Bridge, so many,
I had not
thought death had undone so many.
Sighs, short and
infrequent, were exhaled,
And each man
fixed his eyes before his feet.
Flowed up the
hill and down King William Street,
To where Saint
Mary Woolnoth kept the hours
With a dead
sound on the final stroke of nine.
There I saw one
I knew, and stopped him, crying: “Stetson!
“You who were
with me in the ships at Mylae!
“That corpse you
planted last year in your garden,
“Has it begun to
sprout? Will it bloom this year?
“Or has the
sudden frost disturbed its bed?
“Oh keep the Dog
far hence, that’s friend to men,
“Or with his
nails he’ll dig it up again!
“You! hypocrite
lecteur!—mon semblable,—mon frère!”



Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου